Τα δάχτυλα μου έσταζαν νερό απ' τον Αχέροντα,μα δεν ταξίδεψα στη Νήσο των Μακάρων.
Με τύλιξε το φώς στις μεταξένιες του φτερούγες.
Και γνώρισα χαμόγελα,φιλία και του θεού το πρόσωπο.
Μα κούραση το πνεύμα δεν γνωρίζει και ας είναι το σώμα αδύναμο.
Και μεγάλωσα!
Και βγήκα ξάφνου απ'το κουκούλι μου για να γνωρισω αυτό τον κόσμο που απο παλιά μου είχαν τάξει.
Περπάτησα,περιπλανήθηκα για χρόνια, ανάμεσα στο φώς και το σκοτάδι,που γύρευαν ποιο θα μ’αρπάξει πρώτο.
Και ο κόσμος με κοιτούσε ατάραχος με δυο γυάλινα μάτια…
Και μεγάλωνα!!
Τραγούδησα σπονδές για τους δικούς μου,κρέμασα φυλαχτό σε βρέφους κούνια και έγινα αυτό που έπρεπε να γίνω.
Γι’αυτό μη κλαίτε,βρήκα εδώ στο πλάι σας το μόνο που ζητούσα.
Και δε φοβάμαι πια του Αχέροντα τη σκοτεινή θωριά,γιατί ακόνισα καλά το σπαθί που μ’έχουν δώσει.

Καλώς ήρθες..
ΑπάντησηΔιαγραφήΧαίρομαι που ακόνισες καλά το σπαθί και την γλώσσα σου..
Συνέχισε ακονίζοντας την ψυχή σου και μην φοβάσαι τίποτα..
Καλή αρχή
Ευχαριστώ πολύ!Θα προσπαθήσω..
ΑπάντησηΔιαγραφή